ελευθερία στο ψέμα

Η ελευθερία πάει μαζί με το ψέμα. Σε έναν κόσμο που το ψέμα δεν θα είναι δυνατόν, όπου η αλήθεια θα πραγματώνεται ακέραια, χωρίς να αφήνει κανένα περιθώριο παρέκκλισης, δεν χρειάζεται η ελευθερία, διότι ελευθερία σημαίνει ακριβώς αυτό, δυνατότητα παρέκκλισης.
Η ελευθερία είναι μια ανοιχτή πρόσκληση στο λάθος, στην παρασπονδία, στην προσβολή, στην αμφισβήτηση. Εγείρει ερωτήματα, προκαλεί εξελίξεις, επιφέρει παραβάσεις και τιμωρίες.
Αν η εξέλιξη του ανθρώπου ολοκληρωθεί κάποτε έτσι που να μην παρεκκλίνει στο ελάχιστο από το τέλειο (αφού όλες του οι προδιαγραφές θα έχουν τελειωθεί), τότε δεν θα υπάρχει περιθώριο ψεύδους. Μέχρι όμως να φτάσει – αν φτάσει ποτέ – στην τελείωση της αληθείας του, το ψέμα είναι αναπόφευκτο και αναγκαίο για τον άνθρωπο όπως και η ελευθερία.
Όσοι, εντωμεταξύ, βιάζονται να κηρύξουν τη βασιλεία του καλού, του ορθού και της αληθείας επί της γης, επιβουλεύονται την ελευθερία και τελικά τον ίδιο τον άνθρωπο. Βιάζουν την ολοκλήρωσή του εισάγοντας ολοκληρωτικά στοιχεία στις κοινωνίες.
Ο άνθρωπος είναι από τη φύση του παραβάτης και όταν παύσει να είναι, θα παύσει να είναι άνθρωπος (και θα γίνει, ας πούμε, «Θεός»).
Είναι το μόνο ον που διαθέτει τη δυνατότητα του κακού ως παρακινδυνευμένη άσκηση της ελευθερίας σε βαθμό καταστροφικό. Τα άλλα πλάσματα της φύσης δεν είναι κακά ούτε καλά. Απλά, είναι αυτά που είναι. Ο άνθρωπος μπορεί να αρνηθεί το ίδιο του το είναι, να αφαιρέσει αυτοβούλως ακόμη και την ίδια τη ζωή του.
Από τη φύση του πάει κόντρα στους φυσικούς νόμους …και φυσικά τιμωρείται, αλλά έτσι τους μαθαίνει, τους ονομάζει και τους χρησιμοποιεί. Η πλάση που τον γέννησε ως το χαρισματικό ον, το οποίο μπορεί ακόμη και να την αμφισβητήσει, έβαλε όρια στη χρήση της ελευθερίας του, θέτοντας τους δικούς της απαράβατους κανόνες.
Είναι σαν ο άνθρωπος να παίζει στο γήπεδο τής φύσης ένα παιχνίδι με τους δικούς της κανόνες αλλά αυτός έχει την ελευθερία να το παίξει όπως θέλει, να κάνει τους συνδυασμούς της επιθυμίας του. Κάθε του «φάουλ» έχει επιπτώσεις, ενώ η συστηματική παραβίαση των κανόνων επιφέρει «κόκκινη κάρτα» και την έξοδό του, το τέλος του.
Όμως, τους κανόνες τους βάζει η φύση στον άνθρωπο χωρίς να αμφισβητεί τη δυνατότητά του να τους παραβιάσει ασκώντας την ελευθερία του παραβατικά. Θα μπορούσε να την ασκήσει διαφορετικά. Να επιλέξει ελεύθερα το ορθό, το αληθές και το καλό, όπως άλλωστε και το κάνει, στον βαθμό βέβαια που τα αντιλαμβάνεται σωστά. Αυτό είναι άλλωστε το προτιμώμενο, διότι μέσα από την καλή και ορθή χρήση της ελευθερίας ευδοκιμεί και ευδαιμονεί.
Οι προσπάθειές μας πρέπει να τείνουν στο καλό και αληθές, χωρίς να αποκλείουμε όμως την πιθανότητα του κακού και του ψεύδους, καθώς είναι εξαιρετικά αβέβαιο αν αυτό που νομίζουμε σωστό στη δεδομένη στιγμή είναι όντως έτσι.
Μέσα από τον ανθρώπινη συνθήκη, που απέχει από το να κατέχει τις αιώνιες αλήθειες, είναι φυσικό ο άνθρωπος να υποπίπτει σε λάθη καθώς δοκιμάζει τα όρια στην πορεία της εξέλιξής του. Αυτό ακριβώς του εξασφαλίζει η ελευθερία: τη δυνατότητα να δοκιμάζει τα όρια και έτσι να εξελίσσεται, μέσα από τις αποτυχίες, τα λάθη, τα τραύματα. Μέρος αυτών είναι τα ψέματα και οι παρασπονδίες του.
Θα πρέπει όλα αυτά να τα συνυπολογίσουμε, να τα δεχτούμε και να μην τα αποκλείουμε, απαιτώντας από τον άνθρωπο μιαν ορθότητα που από τη φύση του δεν κατέχει, τουλάχιστον ακόμα.

ένας πόντος

και ξαφνικά διαπιστώνεις ότι είσαι κάτι,
έχεις παίξει ρόλο,
πήρες μέρος κι εσύ σε κάποια πλοκή που ήσουν πρωταγωνιστής,
σχέσεις πλέχτηκαν γύρω σου, ελπίδες, ιδέες και ιστορίες σου,
υπήρξαν για κάποιους κομβικές,
ένας κόμβος ήσουν λοιπόν σημαντικός,
κρατήθηκαν από αυτόν νήματα,
σαν πόντος, σαν θηλιά,
σε ένα πλέγμα, πλέξιμο και κέντημα, που ξεκινούσε από εσένα,
υπήρξες σημείο αναφοράς στους γύρω σου,
αυτούς που συνδέθηκαν μαζί σου,
σκάλωσαν κάτι από το είναι τους
στο πλεκτό που άνοιγες ξεδιπλώνοντας την ύπαρξή σου στο κενό,
κρατήθηκαν από αυτό για να υπάρχουν μαζί σου,
κι εσύ μαζί τους,
κρατήθηκες κι εσύ με τη σειρά σου από τα νήματα των άλλων,
γιατί έτσι υπάρχουμε, σαν κόμβοι, πόντοι και θηλιές,
συνδεδεμένοι, διαπλεκόμενοι, στυλοβατούντες,
ισορροπούμε στο κενό,
κάνουμε φιγούρες ακροβατικές
χωρίς να σωριαζόμαστε,
γιατί κρατιόμαστε με τα αόρατα δίχτυα που πλέκονται
από τους πόντους, τους κόμβους και τις θηλιές μας
που μας κρατάνε ψηλά
άλλον πολύ και άλλον λίγο, ανάλογα πού στόχευσε ο καθείς,
γιατί κάποιοι ποντάρουν στα χαμηλά,
ο πόντος τους βαρίδι, τραβάει το δίχτυ προς τα κάτω,
κι εγώ που στόχευσα ψηλά,
κοιτούσα απογοητευμένος το άπιαστο που δεν κατάφερα,
μέχρι που ένας κίνδυνος, μια απειλή ήρθε να μου θυμίσει
ότι όπως άλλοι έτσι κι εγώ
μπορεί ξάφνου να ξεφτίσω, να ξεφτιλιστώ, να μαδήσει το πλεκτό,
να ξεχειλώσει ο πόντος μου,
παρασέρνοντας προς τα κάτω όσους ποντάρανε σε εμένα
προσδοκώντας στο κράτημά μου,
θηλυκώνοντας κάποια δικά τους νήματα στη θηλιά που έριξα στο κενό,
για να κρατηθώ, συνδεδεμένος αόρατα κι εγώ,
ένας πόντος στο πλέγμα του κόσμου,
που αν χαθεί θα χαθώ,
κι αν σωθεί θα μάθω να το τιμώ

 

ποιήματα

η διάπλασις των παίδων

Τα παιδιά είναι πολύ ευαίσθητα. Δεν έχουν φίλτρα προστασίας. Τα ερεθίσματα που παίρνουν τα διαμορφώνουν. Ειδικά από τους γονείς τους.
Αυτά που λέμε σαν γονείς, οι χαρακτηρισμοί που δίνουμε στους άλλους, οι αντιδράσεις μας στις καταστάσεις, οι ερμηνείες μας για τα πράγματα αποτυπώνονται αυτόματα από τα παιδιά μας και γίνονται πρότυπά τους. Είναι στη φύση τους να μαθαίνουν από τους γονείς τους κανόνες της επιβίωσης, όπως κάνουν τα ζωάκια. Ο τρόπος που δρούμε θεωρείται από αυτά ως ο ενδεδειγμένος για κάθε περίπτωση. Έτσι μαθαίνουν να φέρονται σε έναν κόσμο που τους είναι παντελώς άγνωστος.
Μεγαλώνοντας ένα παιδί, έχουμε δίπλα μας έναν ευαίσθητο εγγραφέα που συλλαμβάνει τα πάντα, ακόμη κι όσα κρύβουμε. Νιώθει το φόβο μας, τη χαρά μας, την ανησυχία, το θάρρος, τη θετικότητα ή την αρνητικότητά μας, και τα απορροφά.
Αν δεν είμαστε καλά, αν δυστυχούμε στην προσωπική μας ζωή, θα το εισπράξει, όσο και αν το αποκρύβουμε. (Γι’ αυτό είναι σημαντικό για έναν γονιό να κοιτάζει και τη δική του ζωή, να είναι καλά στα προσωπικά του, να μην τα «θυσιάζει» για το παιδί του, διότι έτσι μεταδίδει κάτι αξιολύπητο).
Επειδή μεγαλώνοντας χάνουμε την παιδική υπερ-ευαισθησία και αναπτύσσουμε πιο έλλογους μηχανισμούς, εξοπλισμένους με φίλτρα προστασίας, τείνουμε να ξεχάσουμε πόσο διαφορετική είναι η παιδική ηλικία σε προσλαμβάνουσες. Ένα παιδί ρουφάει από κάθε πόρο του τον άγνωστο κόσμο στον οποίο βρέθηκε, τον θαυμαστό και τρομακτικό ταυτόχρονα.
Μέσα στο παιδικό σύμπαν, ο γονιός ή όποιος παίζει αυτόν το ρόλο, είναι αυτός που θα δώσει στο παιδί τις κατευθύνσεις του και θα του προμηθεύσει τα στοιχεία για να φτιάξει τα φίλτρα του. Μέσα από αυτά θα επεξεργαστεί την πραγματικότητα, θα ανταποκριθεί θετικά ή αρνητικά, δημιουργικά ή (αυτό)καταστροφικά.
Προφανώς, τα παιδιά δεν μας μιμούνται τυφλά. Έχουν τον δικό τους χαρακτήρα, τις δικές τους προδιαγραφές, τη δική τους πορεία μέσα από την οποία θα διαφοροποιηθούν (πολύ ή λίγο), όμως εμείς δίνουμε το πρώτο υλικό. Αν είναι καλό, η ζωή τους θα είναι πιο εύκολη. Δεν θα χρειαστεί να δώσουν μάχες για να ξεπεράσουν τα στραβά που τους κληροδοτήσαμε και θα τους βάζουν τρικλοποδιά σε κάθε τους βήμα.
Οι παραξενιές μας, οι ιδιοτροπίες μας, οι μνησικακίες μας, οι δειλίες μας, οι παθολογίες μας, οι ανοησίες μας και οι προκαταλήψεις μας θα τα υπονομεύουν μια ζωή. Η ξενοιασιά μας, το πνεύμα μας, το χιούμορ μας, η ευφυία μας και η ευψυχία μας θα τα προάγουν στο καλύτερο.Αν εισπράξουν αγάπη και αποδοχή, θα δώσουν αγάπη.
Αν εισπράξουν άρνηση και αναισθησία, θα παγιδευτούν στη δυστυχία και θα πρέπει να παλέψουν για να απεγκλωβιστούν.
ΥΓ. Και κάτι ακόμη που αφορά τη νεο-ελληνική παθολογία της υπερπροστατευτικότητας. Όταν αντιμετωπίζεις ένα παιδί σαν ανίκανο και το προστατεύεις προκαταβολικά, τότε αυτό θα γίνει ανίκανο. Δείξτε στα παιδιά σας πίστη και εμπιστοσύνη, για να ανταποκριθούν σε αυτήν. Μην είστε τόσο φοβικοί. Αν δεν πέσουν και χτυπήσουν, δεν θα μάθουν να σηκώνονται. Έχουν τη δύναμη να το κάνουν. Είναι φτιαγμένα για αυτό. Πιστέψτε τα και δεν θα σας διαψεύσουν.

το κύμα του χρόνου

Ξύπνησα θέλοντας να γράψω ότι δεν μπορούμε να πάμε κόντρα στον χρόνο, ότι αυτός, στην ουσία, μας πάει όπου πάμε, και το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να τον νιώθουμε, να μην τρέχουμε πίσω από στόχους, αλλά, ενώ κάνουμε αυτά που μας καλεί η ζωή μας να κάνουμε, να δίνουμε χρόνο για να νιώθουμε τον χρόνο στο σώμα μας, στις πράξεις μας, στα πράγματα, στον χώρο, γιατί αυτός τελικά είναι ο ρυθμιστής: ο ρυθμός του χρόνου, το κύμα του. Αντ’ αυτού, έγραψα ένα ποίημα (πιθανόν καταλληλότερη μορφή γραφής για θέματα χρόνου):

Το κύμα του χρόνου μάς σπρώχνει σε ακτές που νομίσαμε ότι φτάσαμε εμείς κολυμπώντας,
βγαίνουμε σ’ αυτές ασθμαίνοντας από την προσπάθεια,
βγήκε της μέρας το κολύμπι, λέμε,
και βουτάμε ξανά για άλλες ακτές, πιο μακρινές,
με πρόγραμμα να φτάσουμε στις παραδείσιες,
χαράζουμε σχέδια πάνω στα νερά,
λες και μπορούμε να τα κατευθύνουμε,
την ώρα που πλέουμε στο ρεύμα τους,
με το κύμα του χρόνου να μας σπρώχνει απαλά και ανεπαίσθητα,
έτσι που δεν καταλαβαίνουμε ότι αυτό μας πάει,
νομίζουμε ότι εμείς πηγαίνουμε,
μέχρι που ακτή στην ακτή, στόχο στο στόχο,
να καταλάβουμε ότι δεν πάμε πουθενά,
ότι όλη η ζωή μας δεν είναι παρά ένας κυματισμός.